διαμφισβήτησις

διαμφισβήτησις
disputing
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμφισβητήσεις — διαμφισβήτησις disputing fem nom/voc pl (attic epic) διαμφισβήτησις disputing fem nom/acc pl (attic) διαμφισβητέω dispute aor subj act 2nd sg (epic) διαμφισβητέω dispute fut ind act 2nd sg διαμφισβητέω dispute aor subj act 2nd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμφισβήτησιν — διαμφισβήτησις disputing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμφισβήτηση — η (AM διαμφισβήτησις, εως) [διαμφισβητώ] 1. διαφιλονίκηση, άρνηση με αμφισβήτηση 2. εριστική συζήτηση, φραστικός διαπληκτισμός …   Dictionary of Greek

  • διαμφισβητήσεων — διαμφισβητήσεω̆ν , διαμφισβήτησις disputing fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.